Σύμβαση έχοντας υπερνομοθετική ισχύ δικαιολογεί το έγκλειστο κάπνισμα των πολιτών της χώρας μας

Η «Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοϊατρική» υπογεγραμμένη από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. στο Οβιέδο της Ισπανίας επικυρώθηκε από το Ελληνικό δημόσιο με τον νόμο 2619/1999 και υπεγράφη και τέθηκε σε ισχύ την 4-η Απριλίου του 1997 έχοντας υπερνομοθετική ισχύ με βάση το Σύνταγμα και το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιολογώντας εν μέρει ως επί το πλείστον σχεδόν εξ ολοκλήρου το έγκλειστο κάπνισμα των πολιτών λόγω της υπερνομοθετικής του ισχύος.

Μέσα σε αυτήν στα άρθρα 1 και 2 αναφέρεται πως:

«Τα συμφέροντα και η ευημερία του ανθρώπινου όντος θα υπερισχύουν έναντι μόνου του κοινωνικού συμφέροντος ή της επιστήμης».

Αυτό το χωρίο της σύμβασης μπορεί να ερμηνευθεί και ως από ότι «τα [-άμεσα] συμφέροντα και η [-εφήμερη] ευημερία του [ μεμονωμένου-] ανθρωπίνου όντος θα υπερισχύουν έναντι μόνου του κοινωνικού συμφέροντος ή της επιστήμης» το οποίο αναιρεί τα όσα επιβάλλονται σήμερα στους καπνιστές για την άσκηση των φυσικοσωματικών τους αναγκών.

Βεβαίως απαρτίζονται άμεσα συμφέροντα του ατόμου συνάγοντας την ευημερία του από την πρωτοβουλία του να προσκινηθεί και το κοινωνικό συμφέρον στέκεται μόνο του απέναντι στο δικό του για την κοινή τομή που διαθέτει με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα καθενός ατόμου.

Αν αποτελεί κοινωνικό συμφέρον η αποχή των υπολοίπων από τον καπνό που δημιουργεί όταν τον έχει εκπνεύσει και αιωρείται εξωτερικά των ατόμων που συστοιχίζονται ώστε να μην διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο ερχόμενοι στην θέση του και ως αποτέλεσμα κανέναν απολύτως στον βαθμό που το παθητικό κάπνισμα δεν έχει μετατραπεί σε ενεργητικό από την ισοδύναμη ποσότητα αποτελεί ατομικό τότε συμφέρον η πρόοδος των ενεργειών του το οποίο δεν συμπίπτει μακροπρόθεσμα αλλά εναπόκειται από προσωρινό και άμεσο συμφέρον με το κοινωνικό συμφέρον από μόνο του.

Οι παρευρισκόμενοι στον καπνό του τσιγάρου δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο αν δεν καπνίζουν οι ίδιοι μέχρις ότου η έκθεσή τους να φτάσει κάποιο μεγαλύτερο όριο ενεργητικού και για τους ίδιους καπνίσματος.

Το θεώρημα του παθητικού αποδέκτη ενέργειας απέναντι σε αυτόν που την διενεργεί δεν δικαιολογεί την χρήση κανενός ατόμου για το κάπνισμα αποτελώντας μια ανεξάρτητη και αυτόνομη πράξη.

Στην πραγματικότητα το χωρίο αυτό της σχετικής σύμβασης του 1997 δικαιολογεί το κάπνισμα όπου αυτό γίνεται εφικτό περιλαμβάνοντας την χρήση κτηρίων και αιθουσών δίνοντας προτεραιότητα στα άμεσα και προσωρινά συμφέροντα ατόμου για την συνεπαγωγική του ευημερία απέναντι στο κοινωνικό συμφέρον το οποίο συγκρίνεται με υποκειμενικό τρόπο στον πρώτο παράγοντα. Και αυτό διότι τα περιεχόμενα της συμβάσεως διαθέτουν υπερνομοθετικό χαρακτήρα με βάση το Σύνταγμα το οποίο δεν δικαιολογεί τον αντικαπνιστικό νόμο από τον απαράγραπτο χαρακτήρα των δικαιωμάτων.

Ἀπαντῆστε

Παρακαλοῦμε συνδεθῆτε καὶ χρησιμοποιῆστε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μεθόδους γιὰ νὰ ἀναρτήσετε τὸ σχόλιό σας:

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...