Το πλήγμα της Ε.Ε. στα Ελληνικά καπνά το 2006 και η πτωτική τους πορεία

Τα Ελληνικά καπνά είναι διεθνώς ξακουστά και φημίζονται για το άρωμα και την ποιότητα και την ποσότητά τους και τους δεσμούς πολλών αγροτών που τα καλλιεργούν με μόχθο με μεράκι με την γη και την παραγωγή τους σαν πρώτη ύλη για το διεθνώς συγκρινόμενο εφάμιλλο ποιοτικά σημαντικότερο βιομηχανικό προϊόν το οποίο παράγει η χώρα μας από τα ξακουστά Ελληνικά τσιγάρα.

Η Ελλάδα από την σημαντικότερη καπνοπαραγωγική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση δέχτηκε για τα καπνά της στο 2006 ένα κοινωνικά μείζον και βαρύ οικονομικό πλήγμα όταν καταργήθηκαν τα διατιθέμενα από τον διεθνή οργανισμό κοινοτικά κονδύλια για την καλλιέργειά τους από δύο χρόνια πριν την καθιέρωση των περισσότερων αντικαπνιστικών νόμων των πιο αναπτυγμένων χωρών με την υπόδειξη της αποχής και διαμαρτυρίας για το συσχετισμένο από το πρόβλημα των τσιγάρων με την υγεία.

Η κατάργηση της Κοινοτικής χορήγησης στην καπνοπαραγωγική διαδικασία είχε ολέθριο και καταστρεπτικό αποτέλεσμα που αντιπαρατίθεται οξύμωρα με τα οφέλη που προκύπτουν από την συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως τόσο ακαριαία όσο και μακροπρόθεσμα από τότε μέχρι τώρα. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι το εθνικά επιζήμιο και «αντικαπνιστικό μέτρο» που εκπόνησε η Ε.Ε. σε όλες τις χώρες-μέλη της το 2006 ελάττωσε την ποσότητα της Ελληνικής σοδειάς των καπνών στους 22.100 τόννους στο 2006 από τους 106.500 τόννους όσους ήταν κατά το 2005 που σαν την δραματική πτώση κατά του ενός πέμπτου εξακολουθεί να αποτελεί την παταγώδη ζημιά και την αποτυχία για την οικονομία και για την ζωή του τόπου.

Ενδεικτικά στο έτος 2005 όταν τα καπνά Μπασμάς με Κατερίνη αναλογούσαν στους 48.600 τόννους ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 19.200 τόννους για το 2017, 19.050 τόννους για το 2016 ενώ και 22.000 τόννους για το 2015 εφόσον στο 2005 τα καπνά Μπασμάς απέδωσαν 25.600 τόννους σχετικά με το υποπολλαπλάσιο των 11.500 τόννων που απέδωσαν μετά από το τέλος του 2006 ενώ τα Κατερίνη απέδωσαν 23.000 τόννους αντί τους 10.600 τόννους μετά από την κατάργηση της Κοινοτικής χορήγησης μπροστά στα έκπληκτα μάτια των άναυδων ξένων και Ελλήνων παρατηρητών του κοινού.

Οι ήπιες όπως γνωστές και σε πολλούς σαν τις «γλυκόπιοτες» ποικιλίες των καπνών έχοντας βαθιά προϊστορία και την παράδοση πολλών αιώνων όπως είναι τα κλασσικά Καβακουλάκ, Ελασσόνας, Μυρωδάτα Αγρινίου και Τσεμπέλια και Μαύρα δεν εξακολουθούν να συμβάλουν ενεργά στην καπνοπαραγωγική διαδικασία εφόσον εκλείπει η καλλιέργειά τους από την εξαγγελία στο 2006 από εντός του ενός έτους της περικοπής των κοινοτικών κονδυλίων.

Η καπνοπαραγωγή στην Ελλάδα αποκατέστησε έκτοτε την διατήρησή της στα ετήσια σταθερά της επίπεδα διαγράφοντας χαμηλή πτωτική πορεία με ενδιαφέρουσες αυξομειώσεις όσο της αναλογίας έκτασης της καλλιέργειας για τον καθένα αγρότη ο οποίος την καλλιεργεί να παρέμενε σταθερή για τα αμφότερα είδη των καπνών μεταβαίνοντας στο 2015 και το 2016 με το θετικά ενθαρρυντικό χαρακτηριστικό των τελευταίων τριών ετών ότι επαρκεί λιγότερη έκταση στον συνδυασμό και με τους λιγότερους αγρότες για την ανταπόδοση μιας σταθερής ποσότητας της παραγωγής.

Βαλκάνια

Φθίνουσα και πτωτική απολήγει στα Βαλκάνια η καπνοπαραγωγική διαδικασία στην πορεία της που διαγράφει για την Βουλγαρία παρουσιάζοντας τα ανάλογα κωλύματα στην διάθεση και στην εκποίησή της ενώ το αντίθετο συμβαίνει στην Π.Γ.Δ.Μ. όπου ευδοκιμεί και αναπτύσσεται με ακμαία και με προοδευτική άνοδο και εμπορική επιτυχία εφόσον ακμάζει παραπλήσια το ύψος με την απόδοση της καπνοβιομηχανίας των εγκατεστημένων στην Ανατολική Ευρώπη πολυεθνικών εταιρειών.

Όσο για το ποσοστό καπνιστών της κάθε χώρας ευδοκιμεί με το εκρηκτικό ποσοστό του 46,9% στην Ομοσπονδία Βοσνίας και Ερζεγοβίνης αντιπαραθέτοντας την «αδιανόητη» στην Δύση καθώς και για πολλούς διατήρηση της «ισορροπημένης παράδοσης των μισών καπνιστών» που επικρατεί σε εκείνη την χώρα. Το ποσοστό κυμαίνεται στην Βουλγαρία στο 31,2% του πληθυσμού και στην Π.Γ.Δ.Μ. στο 36,75% του πληθυσμού ενώ στην Σερβία καπνίζουν το 34,75% και στην Αλβανία το 35,15% των πληθυσμών τους αντίστοιχα. Ως από τα ποσοστά πολύ υψηλότερα από της Ελλάδας όπου κυμαίνεται στο 27% με εκείνα τα επίπεδα να επικρατούσαν πριν από το 2012.

2 σχόλια

  1. […] των εγχώριων Ελληνικών καπνών συνέβη το 2006 κατά τον τερματισμό των Κοινοτικών επιδοτήσεων για την καλιέργειά τους υποπενταπλασιάζοντας την […]

  2. […] και στην τοπική τους αγορά και θα εμπεριέχονται τα Ελληνικά καπνά που αναλογούν και με το 50% από του συνόλου τους που τα […]

Ἀπαντῆστε

Παρακαλοῦμε συνδεθῆτε καὶ χρησιμοποιῆστε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μεθόδους γιὰ νὰ ἀναρτήσετε τὸ σχόλιό σας:

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...